“ΠΡΟΤΙΜΩ ΤΗΝ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΗ”

Ο ταλαντούχος σκηνοθέτης και ηθοποιός Δημήτρης Καρατζιάς, ο οποίος έχει ξεχωρίσει με τις σκηνοθεσίες του στον πολυχώρο VAULT τα τελευταία χρόνια, μίλησε στο Athens Art Theater και στην Άννα Χατζή με ειλικρίνεια και χιούμορ για τα παιδικά του χρόνια, τις σπουδές, το θέατρο, την τηλεόραση, τη σκηνοθεσία, τις επιτυχημένες σκηνοθεσίες του, την οργάνωση των παραστάσεων ,τον πολυχώρο “VAULT”, την καθημερινότητα και τα σχέδια του.

Πως ήσουν στην παιδική σου ηλικία; Διάβαζες βιβλία; Είχες έντονη φαντασία;
Κοκκινομάλης με πυρόξανθες μπούκλες, όσο κι αν σου φαίνεται παράξενο…(φαντάζομαι, δεν εννοείς εξωτερικά, ε;) Ανέμελος, αθώος, κοινωνικός και υπερδραστήριος, όσο μπορεί να είναι ένα παιδί που μεγαλώνει σε μια αγροτική κοινωνία και πρέπει και να διαβάσει και να παίξει και από 7 ετών να βοηθάει ταυτόχρονα τους γονείς του στις εργασίες τους. Ναι, διάβαζα πολύ. Ευτυχώς υπήρχε στο χωριουδάκι μου (Πεντάπολη Σερρών) μια βιβλιοθήκη Παιδικού κι Εφηβικού Bιβλίου, η οποία ήταν ουσιαστικά διέξοδος κι έξοδος για τα περισσότερα παιδιά του χωριού, που με την έναρξη της οικονομικής κρίσης θεωρήθηκε περιττή πολυτέλεια από το κράτος κι έκλεισε. Έντονη φαντασία; Όχι ιδιαίτερα. Ήμουν από τα άτυχα παιδιά που δεν ζούσαν στον δικό τους κόσμο, (δεν μου το επέτρεπαν κι οι συνθήκες), δεν ονειροβατούσα, δεν είχαν καν φανταστικούς φίλους, μόνο κανονικούς και μάλιστα πολλούς.
 
Πότε άρχισε να σε ενδιαφέρει η υποκριτική και το θέατρο;
Αφού πήγα σε ένα θεατρικό εργαστήρι στη Θεσσαλονίκη. Με το που πάτησα το πόδι μου στη σκηνή συνέβη το “μοιραίο” (πόσο τετριμμένο;). Ήταν το παιχνίδι μου. Ένα όμορφο παιχνίδι. Όχι τα φώτα, το χειροκρότημα και όλα αυτά. Η διεργασία. Το να ζεις τις ζωές των άλλων, να λες τα λόγια των άλλων, να ζεις τα συναισθήματα των άλλων. Βρήκα γοητευτικό το να κλέβω τις ζωές των άλλων.
 
Ξεκίνησες να φοιτάς σε μία πανεπιστημιακή σχολή. Ήταν στόχος σου οι σπουδές και το πανεπιστήμιο;
Όχι. Στόχος μου δεν ήταν οι σπουδές. Στόχος μου ήταν το να φύγω από το χωριό μου. Στην αρχή τουλάχιστον. Οι σπουδές ήταν το μέσον. Πνιγόμουν τόσο, που θα έφευγα ακόμη και σαν μετανάστης για οπουδήποτε… Για αυτό και στη Νοσηλευτική, έκανα μεν την εγγραφή αλλά δεν πήγα ποτέ. Ούτε τη σχολή σαν Βοηθός Ορθοπαιδικού Τραυματιολόγου την τελείωσα ποτέ. Το δρόμο μου τον βρήκα αργότερα, ή για να είμαι απόλυτα ειλικρινής τον ψάχνω ακόμη…
 
Υπήρχαν ερεθίσματα από τη νεαρή σου ηλικία ή και πρότυπα τα οποία σε ώθησαν στον καλλιτεχνικό χώρο;
Κανένα. Ξεκίνησα να κάνω θέατρο στην Παράθλαση (θεατρικό εργαστήρι στη Θεσσαλονίκη), χωρίς να έχω δει ούτε μία παράσταση πριν. Έβλεπα βέβαια “Δυναστεία” αλλά δε νομίζω να επηρέασε τόσο τις μελλοντικές μου επιλογές. Βέβαια το υποσυνείδητο παίζει παράξενα παιχνίδια, οπότε ποτέ δεν ξέρεις…
 
Έχεις ερμηνεύσει αρκετούς τηλεοπτικούς ρόλους. Σου αρέσει η τηλεόραση;
Όχι ιδιαίτερα, με αγχώνει, με τρομάζει η προχειρότητα με την οποία τις περισσότερες φορές γίνεται. Κι έχω και μία φοβία με τις κάμερες γενικά, που το κάνει ακόμη χειρότερο. Εκτός αν βρίσκομαι με φίλους και (πράγμα σπάνιο) σε δουλειές και ρόλους που μου αρέσουν. Η Εθνική Ελλάδος του Γιώργου Καπουτζίδη (που συμμετείχα πέρσι) ήταν ευτυχώς μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση.
 
Ποια δουλειά σου πιστεύεις ότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο για να σε γνωρίσει και να σε αγαπήσει ο κόσμος;
Περισσότερο τώρα για τις παραστάσεις μας στο Vault μου μιλάνε και μου λένε και καμιά καλή κουβέντα, παρά για τις σειρές που συμμετείχα στην τηλεόραση. Βέβαια ποτέ δεν έκανα και ρόλους από αυτούς που είναι αγαπητοί στο κοινό. Συνήθως θα βασάνιζα τους πρωταγωνιστές, χωρίς έλεος τις περισσότερες φορές (πράγμα διασκεδαστικότατο για μένα) αλλά μάλλον με αντιπαθούσαν οι θεατές παρά με αγαπούσαν.
 
Παράλληλα με την υποκριτική και τη σκηνοθεσία, συγγράφεις. Τι σε ελκύει στο γράψιμο και ποιος είναι ο κύριος ο στόχος σου μέσα από αυτά τα κείμενα;
Περισσότερο με διασκευές και μεταφορές ασχολήθηκα, κι αυτό από ανάγκη, γιατί εξυπηρετούσαν την σκηνοθεσία της παράστασης. Εντάξει στην “Πνιγμονή” έγινε πολύ δουλειά, και υπάρχει και το “Αρκετά πια με την Αντέλα”, αλλά με ένα – δύο έργα, δεν ονομάζεσαι συγγραφέας. Η Αλήθεια πάντως είναι ότι έχω στο μυαλό μου και κάτι άλλο, το οποίο προϋποθέτει μεγάλη έρευνα, αλλά πρέπει να βρεθεί χρόνος και ηρεμία για να γραφεί. Δύο βασικά πράγματα που αυτή την περίοδο δεν υπάρχουν.
 
Πως άρχισε η ιδέα της δημιουργίας του πολυχώρου «VAULT»;
Επειδή ήταν πολύ ακριβοί πριν την κρίση οι άλλοι χώροι και ήταν απαγορευτικό το να κάνουμε τις παραστάσεις μας εκεί. Αυτό βέβαια έχει αλλάξει τώρα, αλλά είναι αργά.

Τα τελευταία χρόνια οι σκηνοθεσίες και τα κείμενα σου έχουν ξεχωρίσει . Τι είναι αυτό που τράβηξε τον κόσμο και τις αγάπησε;
Σε ευχαριστώ πολύ. Ειλικρινά δεν ξέρω. Ίσως η εντιμότητα τους. Ίσως ο σεβασμός και η αγάπη μας για αυτό που κάνουμε. Ίσως το ίδιο το Vault. Ίσως η τρέλα και η επιμονή μας σε αυτό το παλιακό είδος θεάτρου που στόχο του έχει απλά να αφηγηθεί μια ιστορία, χωρίς πολλά τερτίπια, χωρίς νεοτερισμούς (που δεν τους ξέρω κιόλας για να τους κάνω), που απλά θέλει να συγκινήσει τον θεατή ή άλλες φορές μόνο να τον διασκεδάσει.
 
Στον πολυχώρο «VAULT» παίζονται καθημερινά διαφόρων ειδών παραστάσεις. Πως οργανώνεις τόσες παραστάσεις ταυτόχρονα;
Τρέχοντας. Εδώ και τρία χρόνια μαζί με τον Μάνο Αντωνιάδη (μόνιμο συνεργάτη και το άλλο μισό του VAULT) έχουμε αφήσει τις ζωές μας σε δεύτερη μοίρα, τους φίλους, τις οικογένειες μας και προσπαθούμε ατέλειωτες ώρες να λειτουργήσει αυτός ο χώρος και οι παραστάσεις μας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν τα καταφέρνουμε πάντα όπως θα θέλαμε ή όπως θα έπρεπε, αλλά αυτό γίνεται επειδή απλά το εικοσιτετράωρο έχει μόνο εικοσιτέσσερις ώρες.
 
Προτιμάς τη σκηνοθεσία από την υποκριτική;
Φυσικά τη σκηνοθεσία. Η δική μου δουλειά τελειώνει σε τρεις – τέσσερις μήνες. Οι ηθοποιοί είναι αυτοί που πρέπει να τραβάνε το καράβι όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Πέρα από την πλάκα όμως, αν βρεθεί ρόλος, έργο και οι κατάλληλοι συντελεστές, για να ανατρέψουν τα άλλα σχέδια μου, δεν θα έλεγα όχι. Προς το παρόν όμως δεν βρίσκεται στις προτεραιότητες μου.
 
Στην τηλεόραση θα ήθελες να συνεχίσεις να παίζεις ;
Βεβαίως για πολλούς λόγους. Για να χαίρονται τα σόγια μου επειδή μόνο από την τηλεόραση πια μπορούν να με βλέπουν, κάποιοι γνωστοί μου που μόνο αν παίζω στην τηλεόραση θεωρούν ότι καταξιώνομαι σαν άνθρωπος και καλλιτέχνης και για τα τζάμπα ποτά που θα σε κεράσει ο μπάρμαν όταν σε αναγνωρίσει. Άσε που μπορεί και να πάρεις και κανένα trailer στην τηλεόραση για την παράσταση σου όταν παίζεις σε κάποια σειρά. Πολλά τα θετικά!
 
Τι είδους έργα επιλέγεις να σκηνοθετείς και να ανεβάζεις;
Έργα απλά κατανοητά, με αρχή μέση και τέλος. Που βέβαια κάτι πρέπει να λένε την συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Έργα που θα με συγκινήσουν ή θα με κάνουν να χαμογελάσω, να προβληματιστώ. Έργα που με αφορούν σαν κάτοικο αυτής της χώρας. Έργα που με την πρώτη ανάγνωση μπορεί να μου κόψουν την ανάσα. Που θα τα κουβαλάω μαζί μου καιρό μετά την ανάγνωση τους…
 
Ποιος είναι ο βασικός στόχος της δουλειάς σου;
Να μην με βάλουν φυλακή, χωρίς όμως να κάνω “εκπτώσεις” στη δουλειά μου και ξεφτιλιστώ.
 
Με ποιο κριτήριο επιλέγεις τους ηθοποιούς για μια παράσταση;
Προτιμώ τους ηθοποιούς που δεν θα διστάσουν να πειραματιστούν, να τσαλακώσουν την εικόνα τους, να βουτήξουν σε ένα ρόλο. Αυτούς που είναι έτοιμοι να ξεβολευτούν, να σπάσουν τη μανιέρα τους, που είναι πρόθυμοι να δουλέψουν και να καταθέσουν την ψυχή τους. Που είναι δοτικοί, μεγαλόψυχοι και ευτυχισμένοι με αυτό που κάνουν. Ζητάω πολλά μάλλον.
 
Πως αντιμετωπίζεις την σημερινή δύσκολη κατάσταση που επικρατεί;
Με χιούμορ κι αισιοδοξία. Και με πολύ σκληρή δουλειά.
 
Τι θα δούμε φέτος στο «VAULT»;
Έχουμε τη χαρά φέτος να έχουμε μαζευτεί μια εξαιρετική παρέα από 13 σκηνοθέτες στο VAULT (Βίκη Αδάμου, Ελένη Γεωργοπούλου, Δημήτρης Κανέλλος, Σοφία Καραγιάννη, Γρηγόρης Καραντινάκης, Δημήτρης Καρατζιάς, Δημήτρης Κομνηνός, Βαγγέλης Λάσκαρης, Λίλλυ Μελεμέ, Σταμάτης Πατρώνης, Κατερίνα Πολυχρονοπούλου, Αυγουστίνος Ρεμούνδος, Ένκε Φεζολλάρι). Ήδη ξεκίνησε με 8 παραστάσεις το φετινό μας πρόγραμμα. Τέσσερις παραστάσεις που ξεχώρισαν, από κοινό και κριτικούς, την περασμένη σεζόν και τέσσερις νέες παραγωγές. Κι έρχονται άλλες τρεις πριν τα Χριστούγεννα.  Συνεχίζουμε βέβαια για τέταρτη χρονιά, να στηρίζουμε το νεοελληνικό έργο (Λιλή Ζωγράφου, Γιάννη Καλαβριανό, Πάνο Μπρατάκο, Χριστίνα Σαμπανίκου, Μαρία Τσιμά, Μάκη Τσίτα), εστιάζοντας πάντα και στο πολιτικοποιημένο θέατρο, θα παρουσιάσουμε μια σειρά από σύγχρονα έργα, περιλαμβάνοντας αρχικά τρεις δυνατούς μονολόγους (“Μάρτυς μου ο Θεός”, “Επάγγελμα Πόρνη”, “Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη”), τέσσερα κοινωνικά δράματα (“Μικρές Ιστορίες Φόνων”, “Marvin’s Room”, “Το παγκάκι”, “ΜπΑτσος”) και τέσσερις κωμωδίες (“Αμήν”, “Πρακτόρισσες”, “Mr. Kolpert”, “Σκάσε ή η χαμένη παντόφλα του Μανώλη Καρέλη”). Κι έπεται συνέχεια…

Επιμέλεια Άρθρου

Γεννήθηκα στη Ρόδο το 1992 και κατάγομαι από την μικρή αλλά πανεμορφη Σύμη. Είμαι απόφοιτη της σχολής Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε του τμήματος μηχανολογίας Αθηνών. Κατα τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων και συγκεκριμένα την χρονική περίοδο 2012-2015 υπήρξα μαθήτρια - ακροάτρια της Δραματικής σχολής του Ιάσμου. Η συχνή επαφή με το θέατρο και η παρακολουθηση θεατρικών παραστάσεων με οδήγησαν στην δημιουργία του θεατρικού Σάιτ Athens Art Theater καθώς συνειδητοποίησα την μαγεία του θεάτρου και την συμβολή του στην καθημερινότητα μας.

Άννα Χατζή

Γεννήθηκα στη Ρόδο το 1992 και κατάγομαι από την μικρή αλλά πανεμορφη Σύμη. Είμαι απόφοιτη της σχολής Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε του τμήματος μηχανολογίας Αθηνών. Κατα τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων και συγκεκριμένα την χρονική περίοδο 2012-2015 υπήρξα μαθήτρια - ακροάτρια της Δραματικής σχολής του Ιάσμου. Η συχνή επαφή με το θέατρο και η παρακολουθηση θεατρικών παραστάσεων με οδήγησαν στην δημιουργία του θεατρικού Σάιτ Athens Art Theater καθώς συνειδητοποίησα την μαγεία του θεάτρου και την συμβολή του στην καθημερινότητα μας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *