“ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΩΡΑΙΟΤΕΡΗ ΧΩΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ”

Ο επιτυχημένος  συγγραφέας Αλέξανδρος Αδαμόπουλος σε μία ανοιχτή συζήτηση μίλησε στο Athens Art Theater και στην Άννα Χατζή για τα παιδικά του χρόνια, τις σπουδές του, την συγγραφή, την μουσική , το θέατρο, το έργο “ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟΣ”, το οποίο παίζεται στο Εθνικό θέατρο και έχει ενθουσιάσει τόσο το ελληνικό όσο και το ξένο κοινό καθώς και για τα επόμενα σχέδια του.

Η Νομική ήταν η πρώτη σας επιλογή;
Καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα έπρεπε να είναι η τελευταία μου επιλογή! Όντας όμως ορφανός από εννιά χρονών· με παππού, πατέρα κι αδελφό δικηγόρο, ήταν δυστυχώς, μονόδρομος για μένα τότε. Κι επειδή ήμουν καλός μαθητής κι είχα μιαν έντονη αίσθηση καθήκοντος για ό,τι έκανα, δεν τα παράτησα στη μέση. Κι έτσι την τέλειωσα τη Νομική, γρήγορα και χωρίς απώλειες κι άρχισα και Μεταπτυχιακά στην Κοινωνιολογία του Δικαίου στο Παρίσι, καταχωνιάζοντας μέσα μου την επιθυμία μου ν’ ασχοληθώ σοβαρά με τη μουσική και να γίνω μαέστρος.

Η μουσική υπήρχε πάντα μέσα σας;
Ναι. Ως μουσική όμως· ως ήχος, αίσθηση, ρυθμός, μελωδία. Δε μ’ άρεσαν ποτέ τα γλυκερά κι αδιάφορα τραγούδια στο ραδιόφωνο. Στην 6η Δημοτικού ένας φωτισμένος δάσκαλος μάς έδειξε άλλους κόσμους, φέρνοντας μια μέρα στην τάξη ένα πικάπ και βάζοντας δίσκους κλασικής μουσικής. Αυτό ήταν για μένα μια τρομακτική αποκάλυψη που με σφράγισε για πάντα. Άρχισα τότε ν’ ακούω μετά μανίας, απ’ το πρωί ως το βράδυ αυτό που -κακώς- λέμε κλασική μουσική και να κάνω τον μαέστρο. Όχι για να κουνάω τα χέρια μου, ούτε για να κάνω φιγούρα, μα για να νοιώθω βαθύτερα. Ο καλύτερός μου ρόλος!

Το θέατρο πώς μπήκε στη ζωή σας;
Δε μπήκε ποτέ του μόνο του· από ένα παραπόρτι μπήκε! Ίσως γιατί από πολύ μικρός ένοιωθα πως με τους άλλους δεν είμ’ ολότελα ο εαυτός μου, μα παίζω πάντα κάποιους ρόλους. Ευτυχώς το συνειδητοποίησα έγκαιρα και δεν τα έμπλεξα τα πράματα. Δε μ’ απασχολούσε δηλαδή να παίζω διάφορους ρόλους, μα μ’ ενδιέφερε κυρίως γίνω ο εαυτός μου.

Η λογοτεχνία σας άρεσε από παιδί;
Από τριών χρόνων μαστόρευα. Χαλούσα τα παιχνίδια που μου χάριζαν για να δω πώς είναι φτιαγμένα. Μου άρεσε να κάνω ξυλουργική· να φτιάνω σκαμνάκια, τραπεζάκια, βαρκούλες από πευκόφλουδα και ξύλινα σπαθιά. Κι όταν δεν έκαν’ αυτό, μ’ άρεσε να σκάβω στον κήπο. Παρά τρίχα να σκοτώσω κάποτε τον αδελφό μου, με μια τσάπα που δεν μπορούσα να την κουμαντάρω καλά και προσγειώθηκε στο κεφάλι του. Ακόμα θυμάμαι το γδούπο! Έζησε όμως. Ήμουν της φύσης, δεν ήμουν ποτέ παιδί της πόλης. Η μάνα μου τραβούσε τα μαλλιά της και πίστευε πως δε θα καταφέρω να πάω σχολείο και θα μείνω εντελώς αγράμματος κι ο πατέρας χωράτευε λέγοντας πως θα γίνω λούστρος! Όταν έγινα πέντε χρόνων μάλιστα, μου χάρισε την Πρωτοχρονιά έν’ αληθινό κασελάκι λούστρου. Κι εγώ, αντί να πάω να πω τα κάλαντα, άρχισα να βάφω τα παπούτσια όλου του σογιού κι έγινα πλούσιος σε μια μέρα· πού καιρός για λογοτεχνία;

Η ίδρυση της ‘Εταιρείας φίλων μουσικής Γιάννη Χρήστου’ πώς προέκυψε;
Προέκυψε απ’ το ότι παντρεύτηκα τη Σάντρα, που έτυχε να είναι κόρη του. Και δε μου άρεσε διόλου ο τρόπος που διάφοροι ‘Χρηστολόγοι’ έκαναν καριέρες κρυμμένοι πίσω απ’ τ’ όνομά του, χωρίς όμως να προάγουν σοβαρά το έργο του, μετά τον τραγικό του θάνατο. Το γεγονός μάλιστα πως δεν είχα καμιάν επαγγελματική σχέση με τη μουσική -άρα δεν είχα και κανένα όφελος απ’ όλη αυτή την ιστορία- έκανε τα πράματα πιο εύκολα. Και χαίρομαι που στα χρόνια που ασχολήθηκα με τη διάσωση και τη διάδοση του έργου του Γιάννη Χρήστου, έπαψαν να στήνονται τα ίδια και τα ίδια βαρετά δρώμενα κι έγιναν αρκετά σημαντικά, σοβαρά, καινούργια πράματα· τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Είστε από τους ανθρώπους που έχουν ζήσει και δουλέψει στο εξωτερικό. Ποια η γνώμη σας για τον πολιτισμό των άλλων χωρών;
Είναι αδύνατο να βρεις ωραιότερη χώρα απ’ την Ελλάδα. Την αγαπώ φριχτά κι είμαι αφόρητα Έλλην. Όμως δεν είναι καθόλου εύκολο να βρεις άλλη χώρα τόσο βαθιά νυχτωμένη όσο είμαστε εμείς εδώ. Γενικότερη κρίση υπάρχει παντού και φυσικά πουθενά δεν είναι παράδεισος, Όσο για το ανθρώπινο δίποδο, λίγο πολύ είναι παντού το ίδιο. Ο χρόνος όμως έξω μετράει πολύ, κάποιες αξίες υπολογίζονται πάντα και οι κανόνες τηρούνται όλοι αυστηρά. Άρα οι άνθρωποι μπορούν και ζουν. Ζουν το παρόν· κάτι που φοβούμαι πως εμείς το ’χουμε ξεχάσει, κοιτώντας συνέχεια πίσω, χαμένοι μες τη μιζέρια μας.

Ποια είναι η πηγή έμπνευσης για τη συγγραφή των βιβλίων σας;
Ξέρω ’γω; Η ζωή η ίδια, υποθέτω· τι άλλο;

Έχετε στο ιστορικό σας πολλές και σπουδαίες συνεργασίες στην τηλεόραση, στη μουσική, στο θέατρο τη συγγραφή κ.α. Τι έχετε αποκομίσει απ’ όλες αυτές;
Τόσα χρόνια μετά, έχω αποκομίσει πως είμαι πάντα ευτυχής φτιάνοντας σκαμνάκια, σκάβοντας στον κήπο, ακούγοντας μουσική -ακόμα κάνω το μαέστρο!- και διαβάζοντας ένα βιβλίο σε μια γωνιά. Γιατί τελικά, μπορεί να μην έμεινα αγράμματος, ούτε λούστρος έγινα, αλλά κατέληξα σε κάτι ανάμεσα: Κάτι σαν εξημερωμένος Μόγλης ας πούμε. Ένας Μόγλης που ξέρει και γραβάτα να φορέσει και σε Πανεπιστήμιο να διδάξει, και σε κόσμο να μιλήσει. Που ενδεχομένως ν’ αντέξει βιδωμένος στην καρέκλα για ένα δίωρο σ’ ένα θέατρο, σ’ ένα σινεμά ή σε μια συναυλία -ποτέ σε διάλεξη, κι ούτε με σφαίρες σε παρουσίαση βιβλίου- μα που σίγουρα χαίρεται πολύ περισσότερο χαϊδεύοντας την κοιλάρα ενός κοντοπίθαρου σκύλου που ονειρεύεται.

Υπάρχουν συνεργασίες και στιγμές από τη μέχρι τώρα πορεία σας, τις οποίες έχετε ξεχωρίσει;
Ε βέβαια· και καλές και κακές! Θυμάμαι όμως τώρα ένα αδιανόητο: Πριν τριάντα χρόνια, το Υπουργείο Πολιτισμού ενέκρινε μιαν επιχορήγηση στην ‘Εταιρεία φίλων μουσικής Γιάννη Χρήστου’, για να μπορέσει να μεταφραστεί από τα γαλλικά και να εκδοθεί εδώ, ένα καθαρά επιστημονικό βιβλίο σχετικό με τον συνθέτη. Εγώ, ως Διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας τότε, όσο χαιρόμουν με την κίνηση αυτή του Υπουργείου, άλλο τόσο καθόμουν σ’ αναμμένα κάρβουνα και φοβόμουν για τον έλεγχο που θα μου κάνανε κάποια στιγμή, για το πώς διαχειρίστηκα τα χρήματα. Κρατούσα με ευλάβεια λοιπόν σ’ ένα μεγάλο σκληρό ντοσιέ και την παραμικρή απόδειξη· μην τύχει και δεν είναι όλα τα έξοδα δικαιολογημένα, μέχρι και την τελευταία δεκάρα. Και, ω του θαύματος, όταν τέλειωσε όλη αυτή η ιστορία, όχι μόνο δε με κάλεσε ποτέ κανείς αρμόδιος απ’ το Υπουργείο, για να με ελέγξει, τι διάολο έκανα με τα λεφτά της επιχορήγησης, μα δε με πήραν ούτ’ ένα τηλέφωνο να με ρωτήσουν τουλάχιστον αν εκδόθηκε το βιβλίο, για το οποίο είχανε δώσει την επιχορήγηση! Να τους πάω έστω ένα αντίτυπο, να το βάλουν στο αρχείο, σε κάνα ράφι! Απίστευτο κι όμως αληθινό. Αυτά δε γίνονται πουθενά στην Υφήλιο. Είναι παγκόσμιες, διαγαλαξιακές, νεο-νεοελληνικές πατέντες ανοργανωσιάς -επιεικώς- κι ό,τι άλλο θέλετε, που ξέρουμε πολύ καλά πού μας οδήγησαν και πού μας οδηγούν, ακόμη και τώρα.

Πώς θα χαρακτηρίζατε το Ελληνικό θέατρο;
Νομίζω είναι κάτι σαν την Ελληνική κοινωνία, γιατί σ’ αυτήν απευθύνεται. Δε μπορώ να πω με σιγουριά αν είναι λίγο καλύτερο ή λίγο χειρότερο. Οπωσδήποτε όμως το θέατρό μας είναι πολύ καλύτερο απ’ τους πολιτικούς μας, έστω κι αν είναι απίστευτοι θεατρίνοι!

Το θέατρο, τα βιβλία και γενικότερα η τέχνη συμβάλλουν θετικά στην καθημερινότητα αυτή τη δύσκολη περίοδο που διανύει η χώρα μας;
Ε ναι, προφανώς, είναι ένα ξέδωμα· το ’χουμε στο πετσί μας άλλωστε το θέατρο. Απ’ την άλλη μεριά· για ποια τέχνη μιλάμε, για ποιό πολιτισμό; Δεν είναι λιγάκι ευχολόγια και λόγια του αέρα όλ’ αυτά; Έχετε σκεφτεί πως όσα περισσότερα σχολεία κλείνουν, τόσα περισσότερα πολιτιστικά κέντρα ανοίγουν; Για ποιούς άραγε; Πώς είναι δυνατό να νομίζεις πως παράγεις πολιτισμό χωρίς να ’χεις βαρβάτη παιδεία; Είναι κάτι σα να θες να δανείζεσαι, χωρίς όμως να θες να χρωστάς· σα ν’ απαιτείς να πληρώνεσαι, χωρίς να δουλεύεις.

Είστε αισιόδοξος για το μέλλον;
Το μόνο σίγουρο είναι πως η ζωή, πάντα, νοιάζεται για τη συνέχισή της και μόνο, χωρίς να της καίγεται καρφί τι λέμε και τι θέλουμ’ εμείς. Άρα αυτό, είναι από μόνο του αισιόδοξο. Τώρα· αν θα συνεχίσουμε να ζούμε όπως ζούσαμε ή όπως θα θέλαμε να ζούμε, αυτό είναι μια άλλη ιστορία και η όποια καταφατική απάντηση δεν είναι διόλου αυτονόητη.

Ο ‘Σιμιγδαλένιος’ έχει εκδοθεί και ανεβαστεί εκτός Ελλάδος. Τι σημαίνει αυτό για σας;
Σημαίνει πως αν κάτι είναι αληθινό και καλό κι έχει ψαρέψει και κάτι ατόφιο μες απ’ την ψυχή, μπορεί να εκτιμηθεί και αλλού, από άλλους ανθρώπους· ξένους, μη Έλληνες. Ο ‘Σιμιγδαλένιος’ παίχτηκε μπροστά σε αγγλόφωνο και σε τούρκικο κοινό και άρεσε το ίδιο. Στην Τουρκία μάλιστα, μεταφρασμένος ως ‘Irmikoglan’, παίχτηκε στο Κρατικό τους, Sehir Tiyatro, κι όπως μου είπαν, είναι το μοναδικό έργο Έλληνος συγγραφέως που ανέβηκε ποτέ εκεί κι αυτό πραγματικά με συγκίνησε.

Τι πιστεύετε ότι έχει κάνει το βιβλίο σας τόσο αγαπητό στον κόσμο;
Το ότι μιλάει ζωντανά, για ένα θέμα που μας καίει όλους μας. Άμεσα, απλά, αληθινά, μες από μια παραμυθένια ατμόσφαιρα που παρασέρνει τους μικρότερους και προσφέρει ένα καλό άλλοθι στους ενηλίκους. Το να προσπαθήσεις να μιλήσεις για την αγάπη, είναι το πιο κοινό πράμα, αλλά κι ο πιο σίγουρος τρόπος για να γίνεις γελοίος. Φαίνεται όμως πως ο ‘Σιμιγδαλένιος’ κάτι αληθινό καταφέρνει να πει γι’ αυτό που το λέμε αγάπη. Κάτι που αρέσει και δεν παλιώνει.

Το έργο απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες;
Ο ‘Σιμιγδαλένιος’, επειδή πέρ’ απ’ το θέατρο είναι λογοτεχνικό έργο, άρα το κείμενο έχει τον πρώτο λόγο, απευθύνεται σε ανθρώπους που ξέρουν να διαβάζουν και να καταλαβαίνουν τι διάβασαν. Συνεπώς ούτ’ ένα παιδί που δεν ξέρει να διαβάζει καλά θα τον ευχαριστηθεί, ούτ’ ένας ενήλικος που παιδιαρίζει θα τον καταλάβει. Βέβαια, με τον τρόπο που είναι γραμμένος· ποιητικά, με στίχο και με ρίμα και με την παραμυθένια του πλοκή, μπορώ να πω σχηματικά πως αρέσει και στα παιδιά, μα και στους γονείς και στους παππούδες τους.

Πόσο χρήσιμο είναι κατά τη γνώμη σας το ανέβασμα παιδικών παραστάσεων;
Πολύ χρήσιμο. Περίπου το ίδιο χρήσιμο, όσο και η σωστή λειτουργία των σχολείων. Με την προϋπόθεση όμως πως είναι σε σωστά χέρια· αλλιώς μπορεί να είναι και επικίνδυνο.

Σε τι ηλικία ένα παιδί είναι σε θέση να παρακολουθήσει μία παράσταση;
Η Μαργαρίτα Καραπάνου είχε πει πως «Ο ‘Σιμιγδαλένιος’ είναι ένα παραμύθι που ακούγεται από μικρούς και μεγάλους και από μωρά στην κοιλιά της μάνας τους». Αυτό βέβαια μπορεί να είναι απάντηση και σ’ εκείνο που με ρωτήσατε πιο πριν, μπορεί όμως να είναι απάντηση και σ’ αυτό που με ρωτάτε τώρα. Ωστόσο, επιμένω· πρέπει πάντα να προσέχουμε πολύ τι δείχνουμε στα παιδιά.

Το θέατρο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διάπλαση της προσωπικότητας ενός παιδιού;
Εσείς τι λέτε; Σίγουρα παίζει μεγάλο ρόλο. Δεν είναι τυχαίο που στην Ελλάδα, κάθε πόλις κράτος είχε το θέατρό της. Απ’ την άλλη μεριά όμως, αν ένα παιδί ζει απ’ τα γεννοφάσκια του μέσα σε μιαν απαίδευτη οικογένεια, μέσα σ’ ένα κακό σχολείο-χαβαλέ και μέσα σε μια διαλυμένη κοινωνία, ξανά ξαναβλέποντας πάλι, για χιλιοστή φορά, τις ίδιες τριτοκλασάτες ταινίες της πλάκας απ’ την τηλεόραση, τότε τι να σου κάνει το θέατρο;

Πώς πάει η παράσταση στο Εθνικό;
Μια χαρά πάει. Παίζεται ήδη πέντε μήνες στην Κεντρική Σκηνή.

Τι θα λέγατε στον κόσμο για να έρθει να δει τον ‘Σιμιγδαλένιο’;
Ξέρετε κάτι, είκοσι πέντε χρόνια τώρα συνέχεια, με τα αλλεπάλληλα θεατρικά ανεβάσματα του ‘Σιμιγδαλένιου’ που έχουνε γίνει -μιλάμε για εβδομήντα πέντε διαφορετικές παραγωγές· περίπου τρεις διαφορετικές παραγωγές κάθε χρόνο- έχω την αίσθηση πως το έργο δεν έχει σταματήσει να παίζεται ποτέ κι όλοι πηγαίνουν να τον δουν, χωρίς να χρειάζεται να τους πω εγώ κάτι. Αυτές τις μέρες, μια εντελώς άγνωστή μου κυρία δημοσίευσε στο διαδίκτυο ένα γλυκύτατο άρθρο σχετικά με την τωρινή παράσταση του ‘Σιμιγδαλένιου’ στο Εθνικό. Το άκρως συγκινητικό είναι πως μιλούσε η ίδια από πρώτο χέρι· τότε που είχε δει το έργο πριν είκοσι ολόκληρα χρόνια στην Κεφαλονιά! Τότε δηλαδή που εκείνη ήταν νεαρή μαμά κι ο γιος της δέκα χρονών. Αυτή λοιπόν η άγνωστή μου ώριμη κυρία τώρα και ο τριαντάρης πια γιος της, που θυμούνται ακόμα και λένε ατάκες του ‘Σιμιγδαλένιου’, είναι για μένα ό,τι καλύτερο, χωρίς εγώ να χρειάζεται να πω απολύτως τίποτε για το έργο.

Ετοιμάζετε κάτι άλλο για το μέλλον;
Αυτόν ακριβώς τον καιρό εκδόθηκε στην Τουρκία ένα άλλο μου θεατρικό, το ‘οχιναιλέγοντας’ (εκδόσεις Ίκαρος’), που έχει μεταφραστεί και στα αγγλικά. Και φυσικά θέλω να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ γι’ αυτό, αν και οι γενικές συνθήκες δεν είναι καθόλου ευνοϊκές. Εκείνο όμως που με απασχολεί σοβαρά, είναι πως υπάρχει περίπτωση το ‘οχιναιλέγοντας’ -όπως έγινε και με τον ‘Σιμιγδαλένιο’- να πάρει κι αυτό το δρόμο του για τη Σκηνή του Εθνικού τους Θεάτρου, χωρίς όμως να έχει παιχτεί ακόμη εδώ! Ομολογώ πως, όσο κι αν θα ’ταν πολύ τιμητικό κάτι τέτοιο για το ίδιο το έργο, εμένα προσωπικά σαν Έλληνα πολίτη δε θα μου πολυάρεσε…

Επιμέλεια Άρθρου

Γεννήθηκα στη Ρόδο το 1992 και κατάγομαι από την μικρή αλλά πανεμορφη Σύμη. Είμαι απόφοιτη της σχολής Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε του τμήματος μηχανολογίας Αθηνών. Κατα τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων και συγκεκριμένα την χρονική περίοδο 2012-2015 υπήρξα μαθήτρια - ακροάτρια της Δραματικής σχολής του Ιάσμου. Η συχνή επαφή με το θέατρο και η παρακολουθηση θεατρικών παραστάσεων με οδήγησαν στην δημιουργία του θεατρικού Σάιτ Athens Art Theater καθώς συνειδητοποίησα την μαγεία του θεάτρου και την συμβολή του στην καθημερινότητα μας.

Άννα Χατζή

Γεννήθηκα στη Ρόδο το 1992 και κατάγομαι από την μικρή αλλά πανεμορφη Σύμη. Είμαι απόφοιτη της σχολής Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε του τμήματος μηχανολογίας Αθηνών. Κατα τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων και συγκεκριμένα την χρονική περίοδο 2012-2015 υπήρξα μαθήτρια - ακροάτρια της Δραματικής σχολής του Ιάσμου. Η συχνή επαφή με το θέατρο και η παρακολουθηση θεατρικών παραστάσεων με οδήγησαν στην δημιουργία του θεατρικού Σάιτ Athens Art Theater καθώς συνειδητοποίησα την μαγεία του θεάτρου και την συμβολή του στην καθημερινότητα μας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *