ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ 2019-2020

«Δεν ξέρω αν μπορούμε να κάνουμε την καθημερινότητα καλύτερη»

Ο Δημήτρης Πλαβούκος μίλησε στο Athens Art Theater και στην Άννα Χατζή για την θεατρική παράσταση «Επτά Γράμματα» στο θέατρο VAULT, της οποίας υπογράφει το κείμενο και τη σκηνοθεσία, την σημερινή κοινωνία και τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει, τις σπουδές του στην ψυχολογία, τις εμπειρίες του από τα χρόνια του στο εξωτερικό το δρώμενο Tunnel of Oppression το οποίο έφερε στην Ελλάδα το 2015, την σκηνοθεσία και την υποκριτική, την τηλεόραση και τα επόμενα του σχέδια.

«7 Γράμματα» στο Θέατρο Vault . Πείτε μας λίγα λόγια για το έργο;

«Επτά Γράμματα» στο θέατρο VAULT, ένα χρόνο μετά την τελευταία μας παράσταση και επίσημα η πέμπτη μας παράσταση στον πολυχώρο. Μια πορεία που ξεκίνησε το 2016 με τη «Ζωή Μέσα Στο Τούνελ», όπου η αφορμή για τη δημιουργία της ήταν ένας θάνατος. 4 χρόνια και 5 παραστάσεις αργότερα, ο κύκλος «κλείνει» κατά κάποιον τρόπο, με μια παράσταση «αφιερωμένη» στον θάνατο. Τον έχουμε προσωποποιήσει, όπως κάναμε και στην περσινή παράσταση με την Αγάπη και τον Έρωτα. «Σε αυτόν όλοι ίσοι» λοιπόν και τα επτά γράμματα σχηματίζουν τη λέξη αυτή. Η μια σταθερά στην οποία όλοι μας, ανεξάρτητα το χρώμα του δέρματός μας, τη σεξουαλική μας ταυτότητα, την καταγωγή μας ή την κοινωνική θέση, βρισκόμαστε όλοι ίσοι. Ο Θάνατος ο οποίος έχει αναλυθεί, έχει κατηγορηθεί, έχει γίνει πηγή έμπνευσης και τον έχουν προσεγγίσει ρομαντικά, στα «Επτά Γράμματα» παίρνει γυναικεία μορφή και τον παρουσιάζουμε όχι ως αυτήν που μας σκοτώνει αλλά εκείνη που μας κρίνει με βάση τα όσα κάναμε και με βάση το πως συμπεριφερθήκαμε στη ζωή μας. Έναν ξεναγό που μας μεταφέρει στην απέναντι όχθη, στο τι υπάρχει μετά… αν υπάρχει τελικά κάτι μετά. Ο Θάνατος της παράστασής μας είναι κυνική με κάποιους, αστεία με άλλους, κριτής και δικαστής με κάποιους άλλους και συμπεριφέρεται πάντα με βάση ποιον έχει απέναντί της. Και απέναντί της βρίσκονται έξι διαφορετικοί μα τόσο ίδιοι άνθρωποι, οι οποίοι κατά κάποιον τρόπο είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα της σημερινής μας κοινωνίας. Οι έξι αυτοί λοιπόν κρίνονται με βάση το ποιοι ήταν και το πως συμπεριφέρθηκαν εν ζωή.

Υπογράφετε το κείμενο και τη σκηνοθεσία του. Ποια η πηγή έμπνευσης του;

Η ιδέα ήρθε τυχαία, από μια συζήτηση που είχα με την αδερφή μου (Νάνσυ Πλαβούκου, η οποία υποδύεται τον κεντρικό ρόλο σε διπλή διανομή με την Ανδρομάχη Σόμπολα). Συζητήσαμε για το πόσο ενδιαφέρον θα ήταν για έναν ηθοποιό να παίξει το ρόλο του θανάτου και να αντιμετωπίζει τον καθένα που θα έχει απέναντί του με βάση το πως ήταν στη ζωή του. Είναι όπως ακριβώς γίνεται και στη σκηνή του θεάτρου αλλά και στη ζωή, όπου συμπεριφερόμαστε ανάλογα με τη δυναμική και το ερέθισμα και τη συμπεριφορά του ανθρώπου που έχουμε απέναντί μας. Έτσι λοιπόν γεννήθηκε η ιδέα. Στην πορεία, η έμπνευση και η διαδικασία ώστε να μεταφερθεί η ιδέα στο χαρτί ήρθε από διαφορετικά ερεθίσματα. Για αρχή, είδα ξανά τις ταινίες “The Fountain” του Darren Aronofsky και “Agora” του “Alejandro Amenábar”, και το επεισόδιο “The Gift” της σειράς “Buffy the Vampire Slayer”. Στη συνέχεια, ανησυχίες και ερωτήματα που είχα γύρω από το θέμα του θανάτου, σε συνδυασμό με το «πρόβλημα του κακού», το “death drive” του Freud, θρησκευτικές και ιστορικές αναφορές, «γέννησαν» την τελική εικόνα του Θανάτου. Ήθελα ο Θάνατος να λάβει γυναικεία μορφή για να έρθει in full circle με το ότι η γυναίκα φέρνει ζωή στον κόσμο οπότε η γυναίκα θα είναι και εκείνη που «παίρνει» τη ζωή από αυτόν τον κόσμο. Για τους υπόλοιπους χαρακτήρες, όλοι τους δημιουργήθηκαν με βάση τα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Η έμπνευση ήρθε από πραγματικά γεγονότα, καταστάσεις και ιστορίες που ακούμε καθημερινά. Ο κάθε ένας από τους έξι είναι κάποιος που έχει βρεθεί απέναντί μας, έχουμε ακούσει την ιστορία του, κυρίως όμως έχει στοιχεία, σκέψεις, αντιδράσεις που ο καθένας από το κοινό μπορεί να ταυτιστεί, ανεξάρτητα αν το παραδέχεται ή όχι.

Ένα έργο το οποίο απεικονίζει την σημερινή κοινωνία και τα προβλήματα της. Πως μπορούμε να κάνουμε την καθημερινότητα καλύτερη;

Δεν ξέρω αν μπορούμε να κάνουμε την καθημερινότητα καλύτερη, βλέπω όμως μέσα από τις δράσεις μας ότι σίγουρα μπορούμε να μην την κάνουμε χειρότερη. Το «καλύτερη» εξαρτάται από τον καθένα μας ξεχωριστά και στη συνέχεια συλλογικά. Επειδή όμως η καθημερινότητά μας πλέον, με τους ρυθμούς της, έχει γίνει τόσο επικίνδυνα αγχωτική και σε ένα βαθμό επαναλαμβανόμενη, τα ερεθίσματα που αντιμετωπίζουμε δεν προλαβαίνουμε να τα φιλτράρουμε, να τα επεξεργαστούμε, οπότε μένουν στην επιφάνεια. Αυτό είναι και ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια καλυτέρευσης ή τουλάχιστον, όπως είπα, δυνατότητας στο να εμποδίσουμε την κατάσταση ώστε να μην γίνει χειρότερη. Αποστασιοποίηση, έλλειψη ενσυναίσθησης, δυσκολία στο να κοιτάξουμε τι πραγματικά αντιμετωπίζουμε, μας εμποδίζουν ώστε ως μονάδες πρώτα και στη συνέχεια συλλογικά να καλυτερέψουμε τη ζωή μας. Βέβαια πάντα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις και αυτό είναι που κρατάει τις ισορροπίες. Το βλέπω από τα νέα παιδιά, όλους τους εθελοντές που προσφέρουν τη βοήθειά τους και θέλουν να αλλάξουν τα πράγματα, τις καταστάσεις, όσο αρνητικές ή τοξικές μπορεί να είναι. Προσπαθούν, παρά το νεαρό της ηλικίας τους, να δουλέψουν με τον εαυτό τους μέσα από τις δράσεις μας και στη συνέχεια να βοηθήσουν και τους άλλους. Μικρά αν και δύσκολα βήματα, όπως η ενδοσκόπηση και η αυτοκριτική, το να δείξουμε ενσυναίσθηση και κατανόηση στο τι αντιμετωπίζει ο διπλανός μας, το να μην αποστασιοποιούμαστε από τα προβλήματα που εμφανίζονται γύρω μας, είναι κάποιοι από τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να αλλάξουμε την καθημερινότητά μας και εν καιρώ να την κάνουμε καλύτερη.

Έχετε σπουδάσει και ψυχολογία. Συνδέεται άμεσα με το επάγγελμα του ηθοποιού;

Όταν ένας ηθοποιός ανήκει σε ένα ρόλο και γίνεται κομμάτι του, πρέπει με κάποιον τρόπο να αποστασιοποιηθεί από όλες εκείνες τις πλευρές του χαρακτήρα που μπορεί να τον φορτίσουν. Να διατηρήσει τον εαυτό του ενώ ταυτόχρονα να γίνει ένα με τον χαρακτήρα του. Παράλληλα να βιώσει ότι βιώνει ο χαρακτήρας χωρίς να πληρώνει τις συνέπειες των πράξεων και των βιωμάτων του χαρακτήρα. Έτσι προστατεύει τον εαυτό του ειδικά σε περιπτώσεις που το κείμενο είναι βαρύ όπως στις παραστάσεις που παρουσιάζουμε και οι πρωταγωνιστές βιώνουν κακοποίηση, καταπίεση και βία. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και ένας ψυχολόγος, ενώ βρίσκεται στη θέση του θεραπευτή, πρέπει να προστατέψει τον εαυτό του, να φιλτράρει όλα αυτά που δέχεται από τον άνθρωπο που έχει απέναντί του και ταυτόχρονα να μην αφήσει τις δικές του προβολές να περάσουν στη θεραπευτική του προσέγγιση. Παράλληλα πρέπει να μάθει να «αφήνει» πίσω του το «ρόλο» του θεραπευτή όταν τελειώνουν οι συνεδρίες και να μπορεί να αποστασιοποιηθεί από αυτή τη φόρτιση. Οπότε μπορώ να πω ότι τα δύο συνδέονται και ότι είμαι τυχερός γιατί οι σπουδές ψυχολογίας με έχουν βοηθήσει ιδιαίτερα. Όχι μόνο στο πως να προσεγγίσω έναν ρόλο αλλά πως να δω αυτά που βιώνει ο χαρακτήρας ενώ ταυτόχρονα να «προστατεύω» εμένα από τη φόρτιση που δημιουργεί μια τέτοια διαδικασία.

Έχοντας ζήσει στο εξωτερικό. Τι εμπειρίες  θα λέγατε ότι έχετε αποκομίσει από αυτά τα χρόνια;

Ο Μιγκέλ ντε Ουναμούνο είχε πει ότι, «ο φασισμός θεραπεύεται με το διάβασμα και ο ρατσισμός, με το ταξίδι». Το δικό μου «ταξίδι» – που κράτησε επτά χρόνια (τυχαίο – με τον τίτλο της παράστασης) – είναι μια εμπειρία που θα κρατάω πάντα ως μια από τις πιο όμορφες και σημαντικές εμπειρίες της ζωής μου και με δίδαξε πάρα πολλά σχετικά με το πως να δέχομαι τη διαφορετικότητα του άλλου. Αυτά που βίωσα, μεγαλώνοντας στην Αμερική, γιατί πήγα εκεί όταν ήμουν 19, είναι κάτι το οποίο δεν θα το άλλαζα με τίποτα και αν μπορούσα να γυρίσω πίσω θα έκανα ακριβώς τα ίδια και περισσότερα. Μαθαίνεις πρώτα απ’ όλα να βασίζεσαι στα πόδια σου, έρχεσαι αντιμέτωπος με τη ζωή χωρίς να έχεις δίπλα σου (κυριολεκτικά, γιατί πάντα με κάποιον τρόπο τους έχεις δίπλα σου) τους ανθρώπους τους δικούς σου και την ασφάλεια της οικογένειάς σου και του κύκλου σου. Υπάρχει μια διαφορετική «τριβή» καθημερινά και μια διαφορετική έκθεση από αυτήν που θα είχα αν βρισκόμουν στην Ελλάδα αυτά τα χρόνια. Έκανα φίλους που κρατάμε ακόμα επαφή, γαλουχήθηκα στο θέατρο με ένα διαφορετικό τρόπο από τον τρόπο που έχουν γνωρίσει άνθρωποι με τους οποίους έχω έρθει σε επαφή στη σκηνή εδώ και κυρίως αποκόμισα εμπειρίες που με γέμισαν όμορφα συναισθήματα. Ακόμα και οι άσχημες στιγμές όπως η 11η Σεπτεμβρίου και ο τρόμος και το σοκ που ακολούθησε, ακόμα και ο χαμός μιας φίλης από διατροφική διαταραχή, οι χωρισμοί και η επιστροφή στην Ελλάδα, ακόμα και αυτές οι στιγμές με έμαθαν πράγματα για τον εαυτό μου και με έκαναν πιο δυνατό, χωρίς να με κάνουν σκληρό. Στην Αμερική και κυρίως στη Νέα Υόρκη, υπήρχε τότε, στις αρχές του 2000, ένας διαφορετικός αέρας αλλαγής. Υπήρχαν χώροι – που κάποιοι υπάρχουν ακόμα και σήμερα – όπου ο οποιοσδήποτε μπορούσε να εκφραστεί καλλιτεχνικά, χωρίς να ψάχνει τη φήμη ή το χρήμα αλλά μια πλατφόρμα έκφρασης. Ποιητές, τραγουδιστές, ηθοποιοί, συγκεντρωμένοι κάτω από την ίδια στέγη, να συζητάνε, να καπνίζουν – μέχρι που άλλαξε ο νόμος – να πίνουν και να αναλύουν τα πάντα. Αυτά τα χρόνια για μένα είναι κάτι που δύσκολα μπορώ να περιγράψω γιατί υπήρχαν καθημερινά τόσα ερεθίσματα που ήταν σα να βίωνα διαφορετικές ζωές μέσα σε ένα 24ωρο. Η Νέα Υόρκη είναι πραγματικά μια πανέμορφη πόλη και αν κάποιος έχει την οικονομική δυνατότητα να την επισκεφτεί, εγώ προτείνω ανεπιφύλακτα να το κάνει.

Το 2015 φέρατε  το δρώμενο Tunnel of Oppression στην Ελλάδα. Ποιος ο στόχος του;

Ο στόχος του «τούνελ» ήταν να ενημερώσει το κοινό, να το ευαισθητοποιήσει, ως ένα βαθμό να το εκπαιδεύσει ώστε να ανοίγει τα μάτια του σε όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω του, να μην τα θάβει κάτω από το «χαλάκι» και να λύνει τη σιωπή του. Έτσι ακριβώς το προωθήσαμε κιόλας. Έχουμε μάθει να μην μιλάμε για όσα μας απασχολούν, να τα κρατάμε μέσα μας. Έχουμε μάθει να μην ασχολούμαστε με όσα γίνονται γύρω μας – στην πλειοψηφία μας – γιατί δεν θέλουμε να «μπλεχτούμε» ή φοβόμαστε και μας απασχολεί τι θα πει ο κόσμος. Ειδικά στην επαρχία και ειδικά παιδιά που γνώρισα, που ήρθαν στην Αθήνα από την επαρχία, αυτό το «τι θα πει ο κόσμος» το έχουν μέσα τους και το κουβαλάνε μαζί τους παρά την αλλαγή του περιβάλλοντος. Ο σκοπός ήταν να μπει το «τούνελ» στα εκπαιδευτικά ιδρύματα όπως είναι και στην Αμερική αλλά δυστυχώς υπήρξαν αντιδράσεις και εμπόδια εξαιτίας των θεμάτων που θίγει το «τούνελ». Ο λόγος που έφερα το δρώμενο ήταν γιατί είχα στεναχωρηθεί με την υπόθεση του φοιτητή που έχασε τη ζωή του και εκείνη την εποχή, ξαφνικά ήταν λες και το bullying έγινε μια νέα λέξη στο λεξιλόγιο του καθενός. Δυστυχώς όμως η ενδοσχολική κακοποίηση υπήρχε ανέκαθεν απλώς είχε άλλη «ταμπέλα». Έλεγαν ότι «έτσι κάνουν οι άντρες» ή «παιδιά είναι μωρέ θα παίξουν» ή λεγόταν «πείραγμα» ή ήταν αποδεκτή συμπεριφορά γιατί στερεοτυπικά συνήθως τα αγόρια στα σχολεία (και όχι μόνο) «πρέπει» να συμπεριφέρονται και να εκφράζονται με βία. Αυτό υπήρχε και υπάρχει ακόμα στην ελληνική κοινωνία. «Πνίγουμε» τις ευαισθησίες του άλλου γιατί ο «άντρας πρέπει να συμπεριφέρεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο». Δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Ο κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτου φύλου, μπορεί να εκφράζεται με όσο συναισθηματική φόρτιση και ευαισθησία έχει και θέλει να βγάλει προς τα έξω. Θύμωσα με αυτό που έγινε με την υπόθεση του φοιτητή αλλά κυρίως με τους συμφοιτητές που δεν βγήκαν να μιλήσουν. Ήταν ηθικά συμμέτοχοι σε αυτήν την κακοποίηση γιατί κακά τα ψέματα το να κλείνεις τα μάτια σου στη βία, δεν σε κάνει αμέτοχο στο έγκλημα, συνένοχο σε κάνει. Θύμωσα και με τους εκπαιδευτικούς που γύριζαν το κεφάλι τους και δεν έδιναν σημασία. Δεν θα έπρεπε να είναι αυτοί η θέση τους. Οπότε αποφάσισα να κάνω κάτι γιατί ένιωσα ότι υπάρχει κοινό εκεί έξω που έχει ανάγκη το «τούνελ». Να εκφραστεί, να ευαισθητοποιηθεί, να δει ότι η συμπεριφορά του απέναντι σε ανθρώπους που έχουν περάσει στη συνείδηση του κοινού ως μειονεκτικές ομάδες δεν είναι σωστή αλλά πάνω απ’ όλα να δείξουμε ότι η διαφορετικότητα του καθενός μας είναι αυτό που μας κάνει ξεχωριστούς. Ότι δεν πρέπει να είναι κάτι το αρνητικό και σίγουρα δεν πρέπει να είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να καταπιέζουμε.

Με τι κριτήριο επιλέγετε τους ηθοποιούς που παίζουν στις παραστάσεις σας;

Το βασικότερο κριτήριο είναι ο εθελοντής που θα έρθει στην εταιρεία κάτω από την οποία υπάγεται το «τούνελ» και θέλει να πάρει μέρος στις δράσεις μας, να πιστεύει στο σκοπό μας και σε αυτό που κάνουμε. Το πρώτο πράγμα που ψάχνω είναι ο ηθοποιός να θέλει να προσφέρει, να δώσει πίσω στο κοινό μέσα από τους χαρακτήρες που θα υποδυθεί και να δει όλο αυτό σα μια ομαδική δουλειά που αποσκοπεί στην καλυτέρευση του συνόλου και της κοινωνίας. Θίγουμε σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα ως ομάδα και το προσωπικό όφελος ή η έκθεση ή η οποιαδήποτε μορφή «φήμης» είναι το τελευταίο πράγμα που θα πρέπει να ενδιαφέρει κάποιον που θέλει να γίνει κομμάτι των δράσεων μας. Το δεύτερο κριτήριο είναι να έχει κάτι να πει, να βγάλει από μέσα του, να εκφράσει. Το «τούνελ» είναι μια πλατφόρμα μέσα από την οποία ο ηθοποιός εκφράζει και τα δικά του βιώματα, κάνει τη δική του «θεραπεία» αν θέλετε, από την ασφάλεια της σκηνής. Όταν το κοινό δει το ρόλο θα πει τι καλά που έπαιξε ο ηθοποιός. Δεν γνωρίζει αν ο ηθοποιός εκείνη τη στιγμή εκφράζει δικά του θέματα ή έχει μεταφέρει δικά του βιώματα μέσα στη συνθήκη του ρόλου. Από τη στιγμή λοιπόν που κάποιος πληροί αυτές τις προϋποθέσεις περνάμε στο τελευταίο κριτήριο που είναι η θέληση και η πρόθεση να τσαλακωθεί και να ζήσει επάνω στη σκηνή κάτι το διαφορετικό από αυτό που κάνει στην καθημερινότητά του. Δουλεύουμε κυρίως μεθοδικά και βιωματικά στην προσέγγιση των χαρακτήρων οπότε αν κάποιος περιμένει σεμινάρια υποκριτικής και έμφαση στην τεχνική δυστυχώς δεν θα μπορέσει να προσαρμοστεί στην κατάσταση που υπάρχει μέσα στο «τούνελ». Δεν κάνουμε Shakespeare, φέρνουμε στο φως κοινωνικά ζητήματα καταπίεσης, κακοποίησης, βίας, ομοφοβίας, ρατσισμού και διακρίσεων και για να μπορέσει το κοινό να ταυτιστεί, δεν θα ψάξω εκείνον που θα το κάνει αυτό με την ορθοφωνία ή με τη σωστή κίνηση αλλά με το ωμό συναίσθημα και το προσωπικό τσαλάκωμα και την έκθεση.

Είναι το ίδιο σημαντικό για σας η σκηνοθεσία με την υποκριτική;

Είναι σημαντική αλλά διαφορετική από το ρόλο που παίζει η ηθοποιία στη ζωή μου. Η ηθοποιία είναι αυτό το οποίο με ορίζει εντός και εκτός τα πλαίσια του δρώμενου. Η σκηνοθεσία προέκυψε ως «ανάγκη» επειδή όταν στήναμε την πρώτη μας performance το 2015, δεν βρέθηκε κάποιος να αποδώσει τα κείμενα και το συναίσθημα του δρώμενου όπως ακριβώς ήθελα. Η ατμόσφαιρα του «τούνελ» παίζει σημαντικό ρόλο ώστε να διατηρηθεί μια ισορροπία, ειδικά όταν «βομβαρδίζεται» το κοινό με τόσο δυνατές εικόνες. Οπότε με βάση τις γνώσεις που είχα συλλέξει από τις παραστάσεις στις οποίες είχα πάρει μέρος, βρέθηκα να σκηνοθετώ την performance. Αν και δύσκολο στην αρχή – το τεχνικό κομμάτι – στη συνέχεια, αφού αφέθηκα και συνειδητοποίησα ότι με το Tunnel of Oppression δεν κάνουμε ακριβώς θέατρο αλλά εκφραζόμαστε πάνω στη σκηνή, «χρησιμοποιώντας» τη για να πούμε ιστορίες κακοποίησης, καταπίεσης και διακρίσεων, άφησα πίσω το τεχνικό κομμάτι και η σκηνοθεσία των παραστάσεων και των performance έγινε πιο εύκολη. Στη συνέχεια, με την τριβή επάνω στη σκηνή, και με την ιδέα ότι προσεγγίζουμε περισσότερο βιωματικά παρά τεχνικά μια παράσταση και τους χαρακτήρες, η σκηνοθεσία έγινε περισσότερο μέθοδος καθοδήγησης και αναπόσπαστο κομμάτι του πως θα ειπωθούν οι ιστορίες. Και αφού το ξεκαθάρισα αυτό, να πω ότι δεν θεωρώ τον εαυτό μου σκηνοθέτη. Απλώς σκηνοθετώ τις παραστάσεις και τις performance γιατί ξέρω ακριβώς πως έχω φανταστεί την ιστορία αλλά δεν θα με έλεγα ποτέ σκηνοθέτη (επαγγελματικά). Είναι υπέροχο συναίσθημα να έχεις τον καλλιτεχνικό έλεγχο της δουλειάς σου από την αρχή μέχρι το τέλος και η σκηνοθεσία είναι σημαντική για εμένα αλλά κυρίως στα πλαίσια του να αποδοθεί σωστά το κείμενο του Tunnel of Oppression. Πέρα από το κομμάτι του δρώμενου δεν ξέρω αν θα σκηνοθετούσα ποτέ κάποια παράσταση έξω από αυτό. Όσο για την καθοδήγηση που είπα προηγουμένως, τους ηθοποιούς περισσότερο τους κάνω acting coaching παρά τους σκηνοθετώ. Ναι, θα βοηθήσω στις τεχνικές λεπτομέρειες που δεν γνωρίζουν ή στο στήσιμο της σκηνής αλλά είναι περισσότερο βοήθεια στο κομμάτι της υποκριτικής. Αυτό που κοιτάω δεν είναι στο τέλος της παράστασης να έρθει ο θεατής και να μου πει, «άρτια σκηνοθετημένη παράσταση, άρτιος τεχνικά ο ηθοποιός αλλά…». Στοχεύω στο, «υπήρχαν κάποια τεχνικά λάθη αλλά μου μετέφερε το συναίσθημα, ένιωσα με αυτό που είδα, ταυτίστηκα». Σημαντική λοιπόν η σκηνοθεσία αλλά μέχρι το κομμάτι του «τούνελ». Θεωρώ τον εαυτό μου ηθοποιό και αν θέλετε να συγκρίνουμε τα δυο θα έλεγα ότι το κομμάτι της ηθοποιίας είναι αυτό το οποίο με «γεμίζει» περισσότερο. Θα ήθελα μετά από 4 χρόνια παραστάσεων με το «τούνελ» όμως να δοκιμάσω και ένα ρόλο διαφορετικό και κυρίως με κάποιον άλλον να με καθοδηγεί και να με σκηνοθετεί σε ένα ρόλο που δεν θα τον είχα γράψει εγώ.

Ποια η γνώμη σας για τις σημερινές τηλεοπτικές σειρές;

Να σας πω την αλήθεια, η τηλεόρασή μας δεν έχει κανάλια οπότε η χρήση της είναι για ταινίες και online σειρές από Netflix και Amazon Prime και HBO. Οπότε για ελληνικές σειρές δυστυχώς δεν έχω πραγματικά ιδέα το τι υπάρχει αλλά από γνωστούς και φίλους ακούω θετικά σχόλια για το «Έτερος Εγώ-Χαμένες Ψυχές». Δυστυχώς δεν έχω καταφέρει να δω κάποια επεισόδια. Τώρα από ξένες σειρές, όλο αυτό με τις online πλατφόρμες, αν και θαυμάσιο το γεγονός ότι υπάρχει η δυνατότητα να παρουσιαστούν τόσες διαφορετικές ιδέες και θεματικές και να υπάρχει έκφραση μέσα από την τέχνη, έχω πιάσει τον εαυτό μου να αναπολεί τις εβδομαδιαίες σειρές (βλέπε X-Files, Six Feet Under, 24) όπου με την πάροδο του χρόνου μπορούσες να ταυτιστείς περισσότερο με τον χαρακτήρα και υπήρχε ένα ενδιαφέρον για τη συνέχεια της υπόθεσης. Τώρα, με το Netflix, κλπ. πλατφόρμες, υπάρχει μια fast food νοοτροπία όπου «καταβροχθίζεις» μια ολόκληρη σεζόν μέσα σε ένα 2ημερο και μετά περιμένεις ένα χρόνο για τα νέα επεισόδια οπότε χάνεται το ενδιαφέρον. Εν τω μεταξύ καθώς περιμένεις έχουν βγει άλλες 50 σειρές. Το όμορφο είναι ότι πλέον οι τηλεοπτικές σειρές και οι παραγωγές αυτές δεν έχουν να ζηλέψουν σε κάτι από τις ταινίες που βγαίνουν στον κινηματογράφο (κόστος, εφέ, φωτογραφία, γενική παραγωγή). Ένα ακόμη θετικό είναι και το ότι μέσα από αυτές τις πλατφόρμες μπορείς να παρακολουθήσεις σειρές από διάφορες κουλτούρες και να δεις πως παρουσιάζονται οι χαρακτήρες και οι ιστορίες (La Casa de Papel για παράδειγμα). Από την άλλη όλο αυτό το fast food στυλ δεν δίνει και τη δυνατότητα σε μια σειρά να αναπτυχθεί με αποτέλεσμα η πλατφόρμα να ακυρώνει τη σειρά χωρίς να δίνει πάντα το τέλος που της αξίζει. Όπως σε όλες τις αλλαγές, είτε κινηματογραφικές είτε τηλεοπτικές, πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία και ένα μέτρο. Ωραία αυτά που βλέπουμε αλλά καλό είναι να μην ξεχνάμε και πως ξεκίνησαν όλα, μια νοσταλγία που το “Stranger Things” έχει «πιάσει» και χρησιμοποιεί με όμορφο τρόπο. Κατά τ’ άλλα μπορώ να πω ότι υπάρχουν εκπληκτικές δουλειές με υπέροχες ερμηνείες αυτήν τη στιγμή, παγκοσμίως, μέσα από τις σειρές που βλέπουμε, και για μένα το πιο ενδιαφέρον είναι ότι βασίζονται κυρίως στον ανθρώπινο παράγοντα και δίνουν βάση στην ψυχοσύνθεση του χαρακτήρα. Πάντα με ιντριγκάρει η εσωτερική διαμάχη και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ήρωες όπως και οι τρόποι με τους οποίους τα χειρίζονται και τα διαχειρίζονται.

Είναι στα σχέδια σας κάποια τηλεοπτική δουλειά;

Στα σχέδια μου δεν είναι αλλά ως ιδέα υπάρχει στο μυαλό μου τα τελευταία τρία χρόνια, κυρίως επειδή κάποιοι από τους θεατές που ακολουθούν τις παραστάσεις μας, μας έχουν εκφράσει την επιθυμία τους να δούνε το «τούνελ» σε μορφή τηλεοπτικής σειράς. Είναι λίγο δύσκολο, πρακτικά, να μεταφερθεί αλλά με την κατάλληλη ομάδα θα ήταν πιστεύω κάτι πραγματικά διαφορετικό και πρωτότυπο για την ελληνική τηλεόραση. Δεν ξέρω κατά πόσο θα είχε την ίδια απήχηση (όπως οι παραστάσεις και οι performance) αλλά θα βοηθούσε περισσότερους ανθρώπους αυτή η έκθεση. Πέρα από το «τούνελ», γενικά πάντα με ενδιέφερε το μέσο της τηλεόρασης αλλά δεν ξέρω κατά πόσο η αισθητική που επικρατεί στην τηλεόραση – με βάση πάντα τα όσα ακούω από τους γύρω μου που παρακολουθούν – είναι κάτι που με εκφράζει και που θα μπορούσα να βρω χώρο. Είμαι ανοιχτός σε προτάσεις βέβαια αν και προς το παρόν το μόνο που θα μπορούσα να σκεφτώ θα ήταν κάτι κοινωνικό που με βοήθεια πάντα από ψυχολόγους και θεραπευτές θα βοηθούσε το κοινό να ανοίξει τα μάτια του σε όσα συμβαίνουν γύρω του και να λύσει τη σιωπή του για τα θέματα που το απασχολούν και το κρατάνε ίσως σε μια κατάσταση κακοποίησης και καταπίεσης.

Παράλληλα με τη θεατρική παράσταση  «7 Γράμματα» , ετοιμάζετε κάτι άλλο;

Στις 20 Δεκεμβρίου, ημέρα Παρασκευή, στα πλαίσια του “8th Hip Hop Smile Festival” – το οποίο υπάγεται κάτω από την ίδια εταιρεία με το Tunnel of Oppression (Eä – Ενημέρωση, Κατανόηση, Αποδοχή) – θα ανεβάσουμε ξανά, για μια βραδιά μόνο, την παράσταση που ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία πέρσι στο VAULT, το “REVOLT”. Πέρα από αυτό, υπάρχουν πάντα ιδέες για performance και σχέδια για κοινωνικές δράσεις αλλά τίποτα συγκεκριμένο αυτήν τη στιγμή. Οι ηθοποιοί του Tunnel of Oppression όμως προσπαθούν να με πείσουν να γράψω μια κωμωδία (όχι μαύρη) όπου θα θίγει τα σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα που θίγουν οι παραστάσεις μας αλλά μέσα από το καυστικό χιούμορ και τη σάτιρα που έχει η κωμωδία. Δύσκολο αλλά πάντα μου άρεσαν οι προκλήσεις οπότε ίσως του χρόνου, αν όλα πάνε καλά, να παρουσιάσουμε την πρώτη μας κωμωδία κάτω από το Tunnel of Oppression. Επίσης, συνεχίζουμε με τον Βαγγέλη Μακρή (τον μουσικό των παραστάσεών μας), να τελειοποιούμε το σενάριο για το μιούζικαλ «Γυναίκες στον Καθρέφτη» όπου μιλάει για τη βία και την καταπίεση που δέχονται οι γυναίκες στην Ελλάδα τα τελευταία 50 χρόνια. Είναι ένα μεγάλο και δύσκολο εγχείρημα αλλά πιστεύω ότι όταν θα είναι έτοιμο θα είναι πραγματικά κάτι το διαφορετικό απ’ όλα όσα έχουμε κάνει μέχρι σήμερα και ίσως διαφορετικό απ’ ότι έχει υπάρξει στη σκηνή της χώρας από θέμα μιούζικαλ.

Γεννήθηκα στη Ρόδο το 1992 και κατάγομαι από την μικρή αλλά πανεμορφη Σύμη. Είμαι απόφοιτη της σχολής Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε του τμήματος μηχανολογίας Αθηνών. Κατα τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων και συγκεκριμένα την χρονική περίοδο 2012-2015 υπήρξα μαθήτρια - ακροάτρια της Δραματικής σχολής του Ιάσμου. Η συχνή επαφή με το θέατρο και η παρακολουθηση θεατρικών παραστάσεων με οδήγησαν στην δημιουργία του θεατρικού Σάιτ Athens Art Theater καθώς συνειδητοποίησα την μαγεία του θεάτρου και την συμβολή του στην καθημερινότητα μας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *